πωμάτισμα

πωμάτισμα
το , πωμάτισμός ο
1) затыкание, закупоривание; 2) мед. тампонада,- тампонирование

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "πωμάτισμα" в других словарях:

  • πωμάτισμα — ίσματος, το, Ν [πωματίζω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού πωματίζω, τάπωμα 2. ιατρ. έμφραξη, κλείσιμο φυσιολογικής ή τραυματικής κοιλότητας με βαμβάκι ή γάζα …   Dictionary of Greek

  • οδοντοπώμασμα — το φαρμακευτικό μίγμα που χρησιμοποιείται για να φράζονται οι κοιλότητες τών δοντιών οι οποίες προκαλούνται από την τερηδόνα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀδούς, ὀδόντος + πώμασμα, αντί πωμάτισμα, από το ρ. πωματίζω (κατά τα παρ. σε ασμα από ρ. σε άζω: μοιράζω… …   Dictionary of Greek

  • πωμάτιση — η, Ν [πωματίζω] το πωμάτισμα …   Dictionary of Greek

  • πωματισμός — ο, Ν [πωματίζω] το πωμάτισμα …   Dictionary of Greek

  • πωματισμός — πωματισμός, ο και πωμάτισμα, το, ατος 1. η πράξη και το αποτέλεσμα του πωματίζω. 2. (ιατρ.), το κλείσιμο με γάζα ή βαμβάκι φυσιολογικής ή τραυματικής κοιλότητας: Πωματισμός του τραύματος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»